Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Σελίδα υλικά περιοδικό τεύχος 5 Η όπερα της ανασφάλειας (... και της ιστορικής οπισθοδρόμησης)

Η όπερα της ανασφάλειας (... και της ιστορικής οπισθοδρόμησης)

Δημοσιεύτηκε 31/01/2010

‘Οσοι και όσες βρεθήκαμε στο Παλλάς για την παράσταση της Όπερας της Πεντάρας από το Μπερλίνερ Ανσάμπλ σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Ουίλσον, πιθανόν να φύγαμε από το θέατρο με ένα διπλό αίσθημα. Από τη μια μεριά, ασφαλώς αισθανθήκαμε ευτυχείς που είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε μια εξαιρετική παράσταση που δικαίωσε τη φήμη ενός σπουδαίου σκηνοθέτη, ενός ιστορικού θεάτρου, και ενός πολύ μεγάλου συγγραφέα. Από την άλλη, ίσως οι θεατές (ή τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς) να βγήκαν στους δρόμους της Αθήνας με εκείνη την πικρή αίσθηση ότι το ρολόι της Ιστορίας μοιάζει να έχει γυρίσει πίσω, ότι ογδόντα χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση των περιπετειών του Μακίθ και της Πόλι επιστρέφουμε σε εκείνη την κατάσταση κοινωνικής αγριότητας που αποτυπώνει ο Μπρεχτ.

Δεν είναι μόνο η πασίγνωστη ατάκα του Μακίθ «τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση της;» που ακούγεται ανατριχιαστικά επίκαιρη σε μια εποχή άγριας λεηλασίας των δανειοληπτών και σκανδαλώδους σωτηρίας των τραπεζιτών με ζεστό δημόσιο χρήμα. Ίσως ακόμα πιο χτυπητή αναλογία με το σήμερα έχει η μπρεχτική ακτινογραφία του μικρόκοσμου της παραβατικότητας, των απατεώνων, των ληστών, των κατ’ επάγγελμα επαιτών, των μαχαιροβγαλτών, των εκδιδόμενων και των προστατών. Ενός κόσμου κατ’ επίφαση περιθωριακού, αλλά που στην πραγματικότητα  αποτελεί συστατικό στοιχείο του κυρίαρχου πλαισίου, τόσο γιατί συνδέεται οργανικά μαζί του όσο και γιατί είναι φορέας της ιδεολογίας του. Οι κακοποιοί του Μπρεχτ είναι συνεταιράκια με τους αστυνομικούς που υποτίθεται ότι τους καταδιώκουν, συμπεριφέρονται με τον επιθετικά ιδιοτελή και αντικοινωνικό τρόπο που απορρέει από την αστική αντίληψη του «άνθρωπος για άλλον άνθρωπο λύκος», και πάνω απ’ όλα αποτελούν παράγωγα ενός κοινωνικού συστήματος που απαξιώνει τη ζωή κι ευτελίζει τον άνθρωπο. Ο Μπρεχτ έρχεται λοιπόν από την απόσταση των ογδόντα χρόνων να θέσει τα αυτονόητα της συζήτησης για την “ασφάλεια” και την “εγκληματικότητα”.

Οι απατεώνες της Πεντάρας φωνάζουν ότι δεν μπορείς να μιλάς για ηθική με άδειο στομάχι, και μ’ αυτόν τον τρόπο μας υπενθυμίζουν ότι το ζήτημα της παραβατικότητας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ξεκομμένο από τις κοινωνικές διαστάσεις του, σαν να επρόκειτο για φαινόμενο που έλκει την καταγωγή του από το βασίλειο των ουρανών. Δεν μπορείς να μιλάς για εγκληματικότητα χωρίς να μιλάς για φτώχεια, ανεργία, κοινωνικό αποκλεισμό, οικονομική κρίση. Κανονικά θα έπρεπε να κομίζουμε γλαύκα εις Αθήνας, παρατηρώντας ότι η αύξηση της παραβατικότητας είναι σε ευθεία αναλογία με τη διόγκωση της φτώχειας και τη διευρυνόμενη περιθωριοποίηση τμημάτων της κοινωνίας. Κι όμως! Αυτό το αυτονόητο, το ότι δηλαδή συνήθως κλέβεις γιατί δεν έχεις άλλες εναλλακτικές λύσεις, απουσιάζει παντελώς τα τελευταία χρόνια από τη δημόσια συζήτηση «περί ασφάλειας». Μια συζήτηση που παίρνει ολοένα και περισσότερο το χαρακτήρα της κοσμικής θεολογίας, όπου το απόλυτο Κακό της εγκληματικότητας πρέπει να εξοντωθεί από τις αγγελικές στρατιές του αστυνομικού Καλού. Καμιά αναζήτηση για το τι γεννάει το «Κακό», κανένας προβληματισμός για την  αποτελεσματικότητα και τις ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις της δράσης του «Καλού».

Γιατί ποσό πραγματικά καλό είναι το ένστολο «Καλό»; Και δεν είναι μόνο οι υψηλότατες επιδόσεις των πραιτόρων στις κακοποιήσεις διαδηλωτών, τους βασανισμούς μεταναστών στα αστυνομικά τμήματα, τις κάθε λογής χωροφυλακίστικες αυθαιρεσίες. Χωρίς κατ’ ανάγκη να αρέσκεται κανείς στις θεωρίες  συνωμοσίας, δεν προκύπτουν αβίαστα ερωτήματα από την άνθιση του εμπορίου ναρκωτικών στο αστυνομοκρατούμενο κέντρο της Αθήνας; Πώς γίνεται να δυσκολεύεσαι να κολλήσεις πολιτική αφίσα χωρίς να σε σταματήσουν οι «προστάτες του πολίτη», ενώ την ίδια στιγμή διάφοροι τύποι, που εμφανώς δεν είναι χρήστες, πουλάνε επί ώρες ανενόχλητοι την πραμάτεια τους; Μήπως ο συνεταιρισμός του μαχαιροβγάλτη Μακίθ με τον αρχηγό της Αστυνομίας Τάιγκερ Μπράουν δεν είναι τελικά και τόσο μια κατά συνθήκη υπερβολή της θεατρικής σκηνής; Θα μπορούσε βέβαια να παρατηρήσει κανείς ότι η άνθιση του εμπορίου ουσιών και ο πολλαπλασιασμός της χρήσης δεν είναι παρά τα επακόλουθα της χρεοκοπίας της «αντιναρκωτικής πολιτικής», οποία επιμένει με εγκληματική βλακεία στην παρανομία των ουσιών και τη δίωξη των χρηστών. Όντως! Δεν πρέπει πια να υπάρχει αμφιβολία για την ανάγκη αποποινικοποίησης της χρήσης και ίδρυσης κέντρων του ΟΚΑΝΑ σε κάθε δήμο. Ωστόσο, η διαπίστωση ότι η παρανομία της χρήσης δημιουργεί το εύφορο έδαφος για την άνθιση του εγκλήματος, ουδόλως αναιρεί το σκανδαλώδη χαρακτήρα της πώλησης ηρωίνης δίπλα από τις κλούβες.

Πέρα όμως από το ρόλο των «προστατών του πολίτη» και πέρα από τις κοινωνικές διαστάσεις της παραβατικότητας, μήπως θα έπρεπε να ξανασκεφτούμε αυτό καθ’ αυτό το ζήτημα στα πραγματικά όρια του; Είναι αλήθεια ότι συμπεριφορές βίας και αδικοπραγίας, ιδιαίτερα σε βάρος όσων δεν ανήκουν στις τάξεις των εχόντων και των κατεχόντων, δημιουργούν αισθήματα ανασφάλειας και φόβου. Μήπως, όμως, αυτού του τύπου η ανασφάλεια είναι κατά πολύ μικρότερη από την ανασφάλεια που γεννάει η αβεβαιότητα για την εργασία και η βεβαιότητα για την καταστροφή της κοινωνικής ασφάλισης; Μήπως διογκώνεται το πραγματικό ζήτημα της εγκληματικότητας στο κέντρο της Αθήνας για να συρρικνωθεί το μέγιστο έγκλημα που διαπράττεται σε βάρος των εργαζόμενων με όχημα την οικονομική κρίση; Μήπως η προσπάθεια μετατροπής των μεταναστών σε αποδιοπομπαίους τράγους της κοινωνικής ανασφάλειας, δεν είναι μια πολύ βολική λύση για τους πραγματικούς υπαίτιους της διάλυσης κάθε θεσμού εργασιακής και κοινωνικής εξασφάλισης; Μήπως τελικά πρέπει να αναρωτηθούμε ξανά μαζί με τον Μπρεχτ «τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση της»;

Όλο το τελευταίο διάστημα, οι γνωστοί εμποράκοι του κοινωνικού συντηρητισμού έχουν κάνει μια πολύ μεγάλη πολιτική επένδυση στο ανέβασμα  της όπερας της ανασφάλειας και της κοινωνικής οπισθοδρόμησης. Εκμεταλλευόμενοι την εγκατάλειψη των λαϊκών γειτονιών από την κυβέρνηση και τις  δημοτικές αρχές, καθώς και τη διόγκωση της  εξαθλίωσης, προσπαθούν να προβάλουν μια ατζέντα αυταρχικής εξόδου από την κρίση. Οι ίδιοι που ζητάνε το ελάχιστο δυνατό κράτος στην οικονομία, απαιτούν τη μέγιστη κρατική παρουσία στους δρόμους της πόλης. Η εμπειρία μας, όμως, όλα αυτά τα χρόνια της μαζικοποίησης των σωμάτων ασφαλείας και της διαρκούς παρουσίας τους μέσα στην πόλη, έχει δείξει ότι αυτό που τελικά περιορίζει το αστυνομικό κράτος δεν είναι το έγκλημα, αλλά τις πολιτικές ελευθερίες. Στο όνομα της καταπολέμησης της εγκληματικότητας οδηγούμαστε σε μια ντε φάκτο συρρίκνωση των δικαιωμάτων (με παράλληλη διόγκωση της παραβατικότητας). Χρειαζόμαστε λοιπόν περισσότερη αλληλεγγύη και όχι περισσότερη αστυνομία, έχουμε επειγόντως ανάγκη από πολιτικές εξάλειψης της φτώχειας και όχι δίωξης των φτωχών,  πρέπει να υπερασπιστούμε την εργασιακή ασφάλεια και όχι να μετατρέψουμε σε αποδιοπομπαίους τράγους τους πλέον ανασφαλείς από τους συμπολίτες μας.

Γιάννης Αλμπάνης
Ενέργειες Εγγράφων
  • Αποστολή
  • Εκτύπωση
  • Bookmarks
 
map.png