Η Αγορά της Κυψέλης ως καθρέφτης της σύγχρονης πόλης (τρία χρόνια μετά το νέο άνοιγμά της)
Τον Δεκέμβρη του 2006 οι κάτοικοι της Κυψέλης, με την στήριξη της δημοτικής κίνησης «Ανοιχτή Πόλη»,ανοίγουν ξανά την Αγορά τους. Εμποδίζοντας έτσι τις δημοτικές αρχές να σβήσουν ένα ακόμα στοιχείο της ταυτότητάς τους.
Προτάσσοντας το προσωπικό τους ανάστημα απέναντι στην απρόσωπη σχεδίαση και στην εργολαβική διαχείριση της γειτονιάς τους. Δηλώνοντας αντίθετοι σε μιαν αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη συγχέεται με την ισοπέδωση και η έννοια του πολίτη με εκείνην του πελάτη.
Η Αγορά της Κυψέλης, που χτίσθηκε επί Δημαρχίας Κοτζιά μέσα στο μεσοπόλεμο, δεν αποτελεί απλά ένα σημαντικό έργο της αρχιτεκτονικής της εποχής εκείνης-που χαρακτηρίστηκε διατηρητέο χάρη στις κινητοποιήσεις των κατοίκων της-.
Οι λιτές μικρές μορφές που άλλοτε στέγαζαν τα μαγαζιά της και αποκαλύπτουν, ενίοτε, την αρχική τους χρήση με τις ξεχασμένες ταμπέλες τους, διαφυλάσσουν, κυρίως, ένα κομμάτι του εαυτού των κατοίκων της.
Τις αντικρίζω, εκείνον τον Δεκέμβρη του 2006, με την εννιάχρονη κόρη μου στο πλευρό μου.
Οι εικόνες μπερδεύονται. Οι χώροι ζωντανεύουν. Καθρεφτίζουν το παρελθόν.
Βλέπω μια φιγούρα, το παιδάκι που υπήρξα κάποτε, δίπλα στη γιαγιά μου. Ακούω, σαν να ήταν σήμερα, φράσεις για το κομμάτι του μοσχαρίσιου κρέατος με το οποίο θα έφτιαχνε τα αγαπημένα μου κεφτεδάκια. Κι ανάμεσά τους να πλέκονται τα θραύσματα για τα προβλήματα του χασάπη της, εσωτερικού μετανάστη, με τον γιο του, που δεν ήθελε το σχολείο, και με την άρρωστη μάνα του, που ζούσε μακριά από την Αθήνα.
Βλέπω μια φιγούρα, μικρή σαν την κόρη μου, να καταφεύγει από τις οσμές του ωμού κρέατος, που δεν άντεχε κάποια στιγμή, στο μαγαζάκι των μπαχαρικών λίγο πιο δίπλα. Να βυθίζεται μαζί με τη γιαγιά μέσα στο μαγευτικό κόσμο των βουνών του θυμαριού και της ρίγανης. Για τον οποίο μας μίλαγε ο έμπορός τους, εσωτερικός μετανάστης κι αυτός.
Η κόρη μου με επαναφέρει στο σήμερα. Με τραβά από το μανίκι στον επόμενο χώρο. Ρωτά τι πούλαγαν εκεί, και ποιοι, αν θυμάμαι….
Από τον Γενάρη του 2007 η Αγορά της Κυψέλης αρχίζει να μεταλλάσσεται σε έναν τόπο προβολής μιας εναλλακτικής και ριζοσπαστικής πολιτισμικής παρέμβασης .
Νέοι εικαστικοί καλλιτέχνες, λογοτέχνες εκφράζουν τις αγωνίες και τις αντιθέσεις τους στην κυρίαρχη ιδεολογία και αισθητική.
Κάθε Σάββατο λαμβάνει εδώ χώρα μια λαϊκή αγορά βιοκαλλιεργητών. Ενώ δάσκαλοι δίνουν αμισθί μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες.
Ο χρόνος κυλά.
Τον Δεκέμβρη του 2009 βρίσκομαι στην Αγορά της Κυψέλης μετά από πολύμηνη παρουσία στο Αμβούργο της Δυτικής Γερμανίας. Όπου επώνυμοι και ανώνυμοι καλλιτέχνες κατάφεραν με τις κινητοποιήσεις τους μέσα στην πιο ακριβή περιοχή του κέντρου της πόλης να διασώσουν ένα ιστορικό τετράγωνο από την καταστροφή. Και να το μετατρέψουν, εν μέρει, σε εργαστήρια και εκθεσιακούς χώρους.
Παρατηρώ την αγορά μέσα από μια νέα ματιά. Οι εικόνες της συνθέτουν ένα πολυσχιδές και πολύμορφο πρόσωπο που δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τα πρόσωπα των πόλεων του Βερολίνου, του Λονδίνου ή του Άμστερνταμ.
Ένα πρόσωπο της πόλης που καθρεφτίζει το μέλλον και αξίζει να το προασπίσουμε.










