Οι παράλληλες ιστορίες της Ομόνοιας
Τις τελευταίες εβδομάδες στους δρόμους κάτω από την Ομόνοια πραγματοποιείται μια ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση για την «πάταξη», όπως λέγεται, της εγκληματικότητας και την αντιμετώπιση της «υποβάθμισης» της ευρύτερης περιοχής.
Οι αρμόδιοι φορείς παρουσιάζουν την αύξηση της αστυνόμευσης και την ένταση της καταστολής σαν μοναδική «λύση» απέναντι σε ένα, υποτίθεται ανεξέλεγκτο, κοινωνικό πρόβλημα. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η πρωτοβουλία του κ. Κακλαμάνη, για την «άσκηση πίεσης στα αρμόδια υπουργεία για καλύτερη αστυνόμευση».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο η προσέγγιση όσο και η αντιμετώπιση ενός σημαντικού ζητήματος κοινωνικού αποκλεισμού και γκετοποίησης γίνεται με όρους απλούστευσης, γενίκευσης και δαιμονοποίησης των ίδιων των αποκλεισμένων, ενώ υιοθετούνται κατασταλτικές πολιτικές που βασίζονται στη λογική της συλλογικής ευθύνης και της μηδενικής ανοχής. Πρόκειται για πολιτικές που αποδεδειγμένα έχουν αποτύχει όπου και αν έχουν εφαρμοστεί, ενώ έχουν ταυτιστεί με την πιο εκτεταμένη καταπάτηση δικαιωμάτων.
Οι έννοιες της «εγκληματικότητας» και της «υποβάθμισης» χρησιμοποιούνται από τους εμπνευστές των κατασταλτικών πολιτικών επιφανειακά και ως εκ τούτου δημαγωγικά. Στην πράξη, δεν αναφέρονται σε ένα «πρόβλημα», αλλά σε μια πολλαπλότητα παραγόντων και διαδικασιών κοινωνικού αποκλεισμού και σε ένα πλήθος ιδιαίτερων κοινωνικών ομάδων που τον υφίστανται.
Η χρήση και διακίνηση ναρκωτικών, η -συχνά καταναγκαστική- πορνεία, το «παράνομο» εμπόριο, καθώς και το ευρύτερο ζήτημα της «παράνομης» μετανάστευσης, παρότι συνυπάρχουν και διαπλέκονται στον ίδιο χώρο, αποτελούν το καθένα ιδιαίτερα ζητήματα, που οφείλουν να προσεγγιστούν με βάση τους ιδιαίτερους όρους διαμόρφωσης και εκδήλωσής τους. Γι’ αυτό και κρίνουμε αναγκαίο να επισημάνουμε ορισμένες βασικές πτυχές του ζητήματος που συστηματικά αποσιωπούνται στο δημόσιο λόγο και τις πολιτικές που υιοθετούνται.
Η ευρύτερη περιοχή της Ομόνοιας, εκτός των άλλων, αποτελεί και χώρο μαζικής κατοικίας οικονομικών και πολιτικών προσφύγων, ιδιαίτερα των νεοεισερχόμενων. Σε μεγάλο βαθμό η διαμονή σε δεκάδες κτίρια της περιοχής αφορά σε πρόσφυγες που έχουν σκοπό τη συνέχιση του ταξιδιού τους προς τις χώρες της δυτικής Ευρώπης. Όμως, η «προσωρινότητα» αυτή είναι πολλές φορές πολύ περισσότερο μόνιμη από όσο αρχικά υπολογίζουν οι πρόσφυγες. Όσοι και όσες αδυνατούν να βρουν τρόπο διαφυγής εγκλωβίζονται στην περιοχή, ζώντας επί πολλούς μήνες χωρίς χαρτιά, σε άθλιες συνθήκες και με ελάχιστες δυνατότητες εξεύρεσης εργασίας και ουσιαστικής ένταξης στην κοινωνία.
Δίπλα στην παραδοσιακή χρήση της Ομόνοιας ως αγοράς, έχει αναπτυχθεί μια παράλληλη αμιγώς μεταναστευτική αγορά. Μια μεταναστευτική αγορά που συνυπάρχει με το μικρεμπόριο, τη μοναδική βιοποριστική διέξοδο πολλών οικονομικών και πολιτικών προσφύγων, που βρίσκεται αδικαιολόγητα υπό την διαρκή δίωξη των δημοτικών αρχών και της αστυνομίας.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η Ομόνοια συμπυκνώνει τις αντιφάσεις της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής και ταυτόχρονα τη σκανδαλώδη ανοχή στην καταναγκαστική πορνεία και την πλήρη αποτυχία της απαγορευτικής πολιτικής στο θέμα της εξάρτησης.
Όμως, η παντελής έλλειψη κοινωνικής πολιτικής επιχειρείται σήμερα να καλυφθεί με «περισσότερη αστυνόμευση». Αυτή η πολιτική που εγκληματοποιεί όσους υφίστανται τον αποκλεισμό αδιαφορώντας για τις αιτίες που τον δημιουργούν πρέπει να σταματήσει. Όλοι και όλες μας πρέπει να σταθούμε στο πλευρό των φτωχών και καταπιεσμένων της πόλης μας, να αντιταχθούμε στη βαρβαρότητα των επιχειρήσεων-σκούπα και να διεκδικήσουμε την κάλυψη των αναγκών στέγασης, σίτισης και περίθαλψης των αστέγων και των προσφύγων της Ομόνοιας...
Ο Δήμος οφείλει να βρεθεί εκεί με τις κοινωνικές του υπηρεσίες, και στην περίπτωση που οι παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν βρίσκονται εκτός της αρμοδιότητας του, ο Δήμος καλείται να πιέσει τα αρμόδια υπουργεία για την πραγματοποίηση αυτών των κοινωνικού χαρακτήρα παρεμβάσεων, αν πραγματικά αναζητά μια λύση για το συγκεκριμένο πρόβλημα και δεν θέλει απλώς να το κρύψει κάτω από το χαλί.










