Το δίλημμα για την Τεχνόπολη
Αντιδράσεις για την απόφαση του δήμου περί τροποποίησης του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου που προβλέπει και εμπορική χρήση τμήματος του χώρου
Ανησυχίες για την αλλοίωση του χαρακτήρα της Τεχνόπολης με κίνητρα… επιχειρηματικά εγείρουν τα σχέδια του Δήμου της Αθήνας για τροποποίηση του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (ΓΠΣ) στην περιοχή του Γκαζιού. Η πρόσφατη έγκριση από το συμβούλιο του 3ου διαμερίσματος της πρότασης του δήμου άνοιξε το δρόμο για την τελική ψήφισή του από το Δημοτικό Συμβούλιο. Προτάσσοντας το τρίπτυχο «υποστήριξη - ενίσχυση - τόνωση», ο δήμος υπόσχεται ότι οι αλλαγές θα διευρύνουν τη δυναμική της Τεχνόπολης, αποφέροντάς της την ίδια στιγμή κέρδη. Στον αντίποδα της απόφασης του δήμου οι αντιπολιτευτικές δυνάμεις, που μιλούν για «κίνδυνο να μετατραπεί ο χώρος από πολιτιστικό κέντρο σε πόλο έλξης νυχτερινών καταστημάτων».
Πρόκειται κυρίως για τη μεταβολή της ισχύουσας χρήσης τμήματος της Τεχνόπολης από «ελεύθερο χώρο - αστικό πράσινο» σε «κέντρο πόλης», όπως μας ενημερώνει η Ελλη Παπακωνσταντίνου, διευθύντρια της Υπηρεσίας Σχεδίου Πόλεως του δήμου: «Η νέα χρήση θα επιτρέπει τις εξής δραστηριότητες και μόνο: εμπορικά καταστήματα συναφή με το χαρακτήρα της (βιβλία, δίσκοι, έργα τέχνης), αναψυκτήρια – εστιατόρια, καθώς και κέντρα αναψυχής - διασκέδασης».
Εκπρόσωποι του δήμου επικαλούνται και λόγους οικονομικών αναγκών που ωθούν στην τροποποίηση αυτή, έτσι ώστε η Τεχνόπολη να μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά κόστη συντήρησής της και να αυτονομηθεί από το δήμο. Οπως λένε χαρακτηριστικά, «η γύρω περιοχή και τα καταστήματα στην πραγματικότητα εκμεταλλεύονται την υπεραξία της Τεχνόπολης. Γιατί να μην την καρπωθεί η ίδια;». Οι ιδιοκτήτες εστιατορίων της περιοχής πάντως δεν φαίνεται να ανησυχούν: «Ενα καλό εστιατόριο δεν θα ήταν καθόλου άσχημη ιδέα. Υγιής ανταγωνισμός για μας. Τα όμορφα πράγματα και ο πολιτισμός είναι καλό να εξαπλώνονται. Το πρόβλημα θα είναι αν ανοίξουν κλαμπ, τη στιγμή που πρόκειται για κατοικημένη περιοχή». Οσον αφορά τη θέση των νεαρών θαμώνων της Τεχνόπολης, οι απόψεις εδώ διίστανται: «Η αλήθεια είναι ότι θα αλλάξει πιθανόν το στιλ της Τεχνόπολης. Αν το γκαζόν γεμίσει τραπεζοκαθίσματα, δεν θα είναι το ίδιο» λέει η 25χρονη Μαρία. Αντίθετα, ο Παναγιώτης, 35 χρόνων, αντιπαραβάλλει σε αυτό ότι «πρώτα πρέπει να δούμε περί τίνος πρόκειται και μετά να καταδικάσουμε».
Στις προθέσεις αυτές του δήμου αντιτίθεται η δημοτική αντιπολίτευση, η οποία υποστηρίζει ότι οι τροποποιήσεις του ΓΠΣ δεν μπορούν να πραγματοποιούνται κατά το δοκούν, ενώ η ανάγκη που προβάλλεται ως επιχείρημα, δηλαδή η εγκατάσταση πωλητηρίου, θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί και χωρίς τροποποίηση. Η Ελένη Πορτάλιου, καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ και δημοτική σύμβουλος της «Ανοιχτής Πόλης», σχολιάζει: «Η μεταβολή από αστικό πράσινο σε πολεοδομικό κέντρο εξυπηρετεί μία και μόνο ανάγκη: την εγκατάσταση χρήσεων ασύμβατων με το χαρακτήρα της Τεχνόπολης με φωτογραφική διάταξη. Τα έσοδα από τις ενοικιάσεις των χώρων του κέντρου για τη διοργάνωση εκδηλώσεων θα έπρεπε να αρκούν για τη συντήρησή της και κάθε περαιτέρω κίνηση κάνει το Δήμο της Αθήνας να ενεργεί ως ένας ακόμα επιχειρηματίας της περιοχής». Στην ίδια γραμμή και η «Αθήνα Αλλά-ζει»: «Η τροποποίηση αυτή θα οδηγήσει στη συγκέντρωση νυχτερινών μαγαζιών και στην επακόλουθη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων, καθώς και της ίδιας της Τεχνόπολης ως εστίας πολιτισμού. Η απόφαση αυτή δεν πρέπει να παρθεί έτσι αψήφιστα. Θα έπρεπε να δοθεί ένα περιθώριο τουλάχιστον δύο μηνών, ώστε να γίνει μια δημόσια διαβούλευση και να τοποθετηθούν τόσο οι φορείς όσο και οι κάτοικοι και η επιστημονική κοινότητα» επισημαίνει ο δημοτικός σύμβουλος Γιώργος Αναγνωστόπουλος.
Ο επίκουρος καθηγητής ΕΜΠ στον τομέα Πολεοδομίας και Χωροταξίας Κωνσταντίνος Σερράος, πάντως, είναι επιφυλακτικός. Υποστηρίζει ότι «οι τροποποιήσεις των ΓΠΣ που γίνονται αποσπασματικά, με την έννοια ότι μπορεί να αφορούν συγκεκριμένα τμήματα της περιοχής που καλύπτουν ή συγκεκριμένους τομείς, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο, δεν είναι εξ ορισμού καταδικαστέες», τονίζοντας όμως ότι «η διείσδυση της χρήσης “κέντρα διασκέδασης - αναψυχής” θα οδηγούσε σε αλλοίωση του χαρακτήρα της περιοχής ως πολιτιστικής ζώνης και σε γενικότερη επιβάρυνσή της, χωρίς κάποιο ορατό παράλληλο όφελος».










